στο λεξικό PONS
λύσ|η <-εις> [ˈlisi] SUBST θηλ
- λύση
- Lösung θηλ
- λύση ανάγκης
- Notlösung θηλ
- ενδιάμεση λύση
- Zwischenlösung θηλ
- εναλλακτική λύση
- Alternative θηλ
- πολιτική λύση ΠΟΛΙΤ
- politische Lösung θηλ
- προσωρινή λύση
- Übergangslösung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ενδιάμεση λύση
- Zwischenlösung θηλ
- εναλλακτική λύση
- Alternative θηλ
- πολιτική λύση ΠΟΛΙΤ
- politische Lösung θηλ
- προσωρινή λύση
- Übergangslösung θηλ
- λύση ανάγκης
- Notlösung θηλ