στο λεξικό PONS
I. ταιρ|ιάζω <-ιασα [ή -ιαξα], -ιάστηκα [ή ιάχτηκα], -ιασμένος [ή -ιαγμένος] > [tɛˈri̯azɔ] VERB μεταβ
1. ταιριάζω (προσαρμόζω):
- ταιριάζω με
- anpassen an +αιτ
2. ταιριάζω (τακτοποιώ):
- ταιριάζω
- regeln, in Ordnung bringen
II. ταιρ|ιάζω <-ιασα [ή -ιαξα], -ιάστηκα [ή ιάχτηκα], -ιασμένος [ή -ιαγμένος] > [tɛˈri̯azɔ] VERB αμετάβ
1. ταιριάζω (βρίσκομαι σε αρμονία):
- ταιριάζω με
- passen zu
- δεν ταιριάζει με το παντελόνι σου
- es passt nicht zu deiner Hose
- δεν ταιριάζουν (άνθρωποι, πράγματα)
- sie passen nicht zusammen
- αυτό το κομμάτι δεν ταιριάζει εδώ
- dieses Stück passt hier nicht hin
- ταιριάζει το κλειδί;
- passt der Schlüssel?
2. ταιριάζω (φέρσιμο):
- τέτοια λόγια δεν ταιριάζουν σε άνθρωπο που …
- das sind unangebrachte Worte für einen Menschen, der …
- τέτοια συμπεριφορά δεν ταιριάζει στον Αλέξανδρο (άλλος θα είναι ο ένοχος)
- so ein Verhalten passt nicht zu Alexander
- τέτοια συμπεριφορά δεν ταιριάζει στον Αλέξανδρο (δεν κάνει)
- so ein Benehmen gehört sich nicht für Alexander
III. ταιρ|ιάζω <-ιασα [ή -ιαξα], -ιάστηκα [ή ιάχτηκα], -ιασμένος [ή -ιαγμένος] > [tɛˈri̯azɔ] VERB απρόσ ρήμα
- ταιριάζει
- es gehört sich
- δεν ταιριάζει να μιλάμε έτσι σε λογαριασμό του
- es gehört sich nicht, so über ihn zu reden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.