στο λεξικό PONS
μεγάλ|ος <-η, -ο> [mɛˈɣalɔs] ΕΠΊΘ
1. μεγάλος (σε μέγεθος):
- μεγάλος
- groß
2. μεγάλος (σε ηλικία):
- μεγάλος
- alt
3. μεγάλος (ενήλικος):
- μεγάλος
- erwachsen
- οι μεγάλοι
- die Erwachsenen πλ
4. μεγάλος (δίψα, πείνα):
- μεγάλος
- stark
5. μεγάλος (γράμμα):
- μεγάλος
- lang
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μεγάλος καταναλωτής
- Großverbraucher αρσ
- χθες έγινε (μεγάλος) καβγάς
- gestern gab es einen (großen) Streit
- ο μεγάλος νικητής
- der eigentliche Sieger αρσ
- ο μεγάλος αδελφός (του Orwell)
- Big Brother αρσ
- Μικρός/Μεγάλος Κύων ΑΣΤΡΟΝ
- Kleiner/Großer Hund αρσ