στο λεξικό PONS
εκμεταλλεύ|ομαι <-τηκα, -μένος> [ɛkmɛtaˈlɛvɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. εκμεταλλεύομαι (χρόνο, άνθρωπο, καλοσύνη):
- εκμεταλλεύομαι
- ausnutzen
2. εκμεταλλεύομαι (ορυκτό πλούτο):
- εκμεταλλεύομαι
- nutzen
3. εκμεταλλεύομαι (ευκαιρία):
- εκμεταλλεύομαι
- nutzen, wahrnehmen
- εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να κάνω κάτι
- die Gelegenheit nutzen, etw zu tun
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκμεταλλεύομαι μια ευκαιρία
- eine Gelegenheit nutzen
- εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να κάνω κάτι
- die Gelegenheit nutzen, etw zu tun
Αναζήτηση στο λεξικό
- έκλυση
- έκλυτος
- εκλύω
- εκμαγείο
- εκμάθηση
- εκμεταλλεύομαι
- εκμετάλλευση
- εκμεταλλεύσιμος
- εκμεταλλευτής
- εκμηδενίζω
- εκμηδένιση