στο λεξικό PONS
εγχειρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛɲçiˈrizɔ] VERB μεταβ
1. εγχειρίζω (δίνω στα χέρια κάποιου):
- εγχειρίζω κάτι σε κάποιον
- aushändigen jdm etw
2. εγχειρίζω (χειρουργώ):
- εγχειρίζω
- operieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.