στο λεξικό PONS
έλεγχος [ˈɛlɛŋxɔs] SUBST αρσ
- έλεγχος
- Kontrolle θηλ
- έχω κάποιον/κάτι υπό έλεγχο
- jdn/etw unter Kontrolle haben
- θέτω κάποιον/κάτι υπό έλεγχο
- jdn/etw unter Kontrolle bringen
- περνώ από έλεγχο
- einer Kontrolle δοτ unterzogen werden
- χάνω τον έλεγχό μου
- seine Kontrolle verlieren
- χάνω τον έλεγχο του οχήματός μου
- die Kontrolle über sein Fahrzeug verlieren
- έλεγχος αποσκευών
- Gepäckkontrolle θηλ
- αστυνομικός έλεγχος
- Polizeikontrolle θηλ
- έλεγχος ασφαλείας (σε αεροδρόμιο)
- Sicherheitskontrolle θηλ
- έλεγχος γεννήσεων
- Geburtenkontrolle θηλ
- έλεγχος διαβατηρίων
- Passkontrolle θηλ
- έλεγχος εισητηρίων (σε μέσο συγκοινωνίας)
- Fahrkartenkontrolle θηλ
- έλεγχος των εξοπλισμών
- Rüstungskontrolle θηλ
- έλεγχος κυκλοφορίας
- Verkehrskontrolle θηλ
- έλεγχος λειτουργίας
- Funktionsprüfung θηλ
- λογιστικός έλεγχος ΟΙΚΟΝ
- Buchprüfung θηλ
- έλεγχος παραγωγής
- Produktionskontrolle θηλ
- έλεγχος ποιότητας, ποιοτικός έλεγχος
- Qualitätskontrolle θηλ
- έλεγχος συναλλάγματος
- Devisenkontrolle θηλ
- συνοριακός έλεγχος
- Grenzkontrolle θηλ
- ταμιακός έλεγχος
- Kassenprüfung θηλ
- τελωνειακός έλεγχος
- Zollkontrolle θηλ
- φορολογικός έλεγχος
- Steuerprüfung θηλ
- αίθουσα θηλ ελέγχου TV
- Regieraum αρσ
- απώλεια θηλ ελέγχου
- Verlust θηλ der Kontrolle
- απώλεια θηλ ελέγχου
- Kontrollverlust αρσ
- διαδικασία θηλ ελέγχου
- Prüfverfahren ουδ
- έκθεση θηλ ελέγχου ΟΙΚΟΝ
- Prüfungsbericht αρσ
- επιτροπή θηλ ελέγχου
- Prüfungsausschuss αρσ
- πύργος αρσ ελέγχου ΑΕΡΟ
- Kontrollturm αρσ
- πύργος αρσ ελέγχου ΑΕΡΟ
- Kontrolltower αρσ
- σημείο ουδ ελέγχου
- Kontrollpunkt αρσ
έλεγχος SUBST
- δειγματοληπτικός έλεγχος αρσ
- Stichkontrolle θηλ
- δειγματοληπτικός έλεγχος αρσ
- Stichprobe θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έλεγχος ποιότητας, ποιοτικός έλεγχος
- Qualitätskontrolle θηλ
- έλεγχος αρσ συναλλάγματος
- Devisenkontrolle θηλ
- έλεγχος αρσ παραστατικών
- Belegprüfung θηλ
- έλεγχος αρσ ρευστότητας
- Liquiditätsprüfung θηλ
- έλεγχος αρσ ισολογισμού
- Bilanzprüfung θηλ