στο λεξικό PONS
περισσότερ|ος <-η, -ο> [pɛriˈsɔtɛrɔs] ΕΠΊΘ
- περισσότερος από
- mehr als
- τα περισσότερα βιβλία
- die meisten Bücher ουδ πλ
- ο περισσότερος κόσμος
- die meisten πλ
- όπως (και) ο περισσότερος κόσμος
- wie die meisten
περισσότερος ΕΠΊΘ
- τις περισσότερες ώρες (τον περισσότερο χρόνο)
- die meiste Zeit
περισσότερος ΕΠΊΘ
- τις περισσότερες φορές
- meistens
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ο περισσότερος κόσμος
- die meisten πλ
- όπως (και) ο περισσότερος κόσμος
- wie die meisten