στο λεξικό PONS
I. πετυχ|αίνω <-α, -ημένος> [pɛtiˈçɛnɔ] VERB μεταβ
1. πετυχαίνω (για βλήμα):
- πετυχαίνω
- treffen
- η σφαίρα τον πέτυχε στον ώμο
- die Kugel traf ihn an der Schulter
2. πετυχαίνω (κατορθώνω):
- πετυχαίνω
- schaffen
- το πέτυχα
- ich habe es geschafft
- πέτυχα να τον …
- ich habe es geschafft, ihn zu …/mir ist es gelungen, ihn zu …
3. πετυχαίνω (κάποιο σκοπό):
- πετυχαίνω
- erreichen
4. πετυχαίνω (καλές θέσεις στον κινηματογράφο):
- πετυχαίνω
- erwischen
5. πετυχαίνω (μαντεύω):
- πετυχαίνω
- erraten
6. πετυχαίνω (συναντώ τυχαία):
- πετυχαίνω
- zufällig treffen
7. πετυχαίνω (βρίσκω τυχαία):
- πετυχαίνω
- zufällig finden
II. πετυχ|αίνω <-α, -ημένος> [pɛtiˈçɛnɔ] VERB αμετάβ
1. πετυχαίνω (κατορθώνω κάτι):
- πετυχαίνει σε όλα
- er schafft alles/ihm gelingt alles
2. πετυχαίνω (έχω καλό αποτέλεσμα):
- πετυχαίνω
- gelingen
- το σχέδιο δεν πέτυχε
- der Plan ist nicht gelungen
3. πετυχαίνω (προκόβω):
- πετυχαίνω στη ζωή μου
- es zu etwas bringen
- πετυχαίνω στις εξετάσεις
- die Prüfung bestehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πετυχαίνω στη ζωή μου
- es zu etwas bringen
- πετυχαίνω στις εξετάσεις
- die Prüfung bestehen