στο λεξικό PONS
απόφασ|η <-εις> [aˈpɔfasi] SUBST θηλ
1. απόφαση:
- απόφαση
- Entschluss αρσ
- είναι ανέκκλητη η απόφασή μου να …
- es ist mein fester Entschluss, zu …
- καταλήγω σε απόφαση
- zu einem Entschluss kommen
- παίρνω απόφαση
- einen Entschluss fassen
- πήρε απόφαση να σπουδάσει στο εξωτερικό
- er hat den Entschluss gefasst, im Ausland zu studieren
- παίρνω κάτι απόφαση
- sich mit etw abfinden
- πάρ' το απόφαση
- finde dich damit ab
- το πήρε απόφαση
- er hat sich damit abgefunden
- μια απόφαση είναι!
- du brauchst dich nur zu entscheiden!
- εταιρική απόφαση ΟΙΚΟΝ
- Gesellschaftsbeschluss αρσ
- κομματική απόφαση
- Parteibeschluss
- απόφαση-πλαίσιο EE
- Rahmenbeschluss αρσ
- λήψη θηλ απόφασης (για το πώς θα ενεργήσει κανείς)
- Beschlussfassung θηλ
- λήψη θηλ απόφασης (μεταξύ διάφορων δηνατοτήτων)
- Entscheidungsfindung θηλ
- διαδικασία θηλ λήψης απόφασης
- Entscheidungsprozess αρσ
- αυτονομία θηλ λήψης αποφάσεων
- Entscheidungsfreiheit θηλ
2. απόφαση ΝΟΜ:
- απόφαση
- Urteil ουδ
- δικαστική απόφαση
- Gerichtsurteil ουδ
- δικαστική απόφαση
- Urteil ουδ
- απόφαση του δικαστή
- Richterspruch αρσ
- εκδίδω δικαστική απόφαση
- ein Urteil verkünden
- ενδιάμεση απόφαση
- Zwischenurteil ουδ
- απόφαση υπό επιφύλαξη
- Vorbehaltsurteil ουδ
- απόφαση εν μέρει οριστική
- Teilurteil ουδ
- αναγνωριστική απόφαση
- Feststellungsurteil ουδ
- ερήμην απόφαση
- Säumnisurteil ουδ
- εσφαλμένη απόφαση
- Fehlurteil ουδ
- απαλλακτική απόφαση
- Freisprechung θηλ
- καταδικαστική απόφαση
- Verurteilung θηλ
- ποινική απόφαση
- Strafurteil ουδ
- τροποποιητική απόφαση
- Abänderungsurteil ουδ
- αιτιολογία θηλ της απόφαση
- Urteilsbegründung θηλ
- δημοσίευση θηλ της απόφασης
- Urteilsverkündung θηλ
- διόρθωση θηλ καταδικαστικής απόφασης
- Schuldspruchberichtigung θηλ
- εκτέλεση θηλ της απόφασης
- Urteilsvollstreckung θηλ
απόφαση SUBST
- προειλημμένη απόφαση
- vorschnelles Urteil
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παίρνω απόφαση
- einen Entschluss fassen
- διαιτητική απόφαση
- Schiedsspruch αρσ
- ερήμην απόφαση ΝΟΜ
- Säumnisurteil ουδ
- καταδικαστική απόφαση
- Schuldspruch αρσ
- αναγνωριστική απόφαση
- Feststellungsurteil ουδ