στο λεξικό PONS
I. θρην|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα> [θriˈnɔ] VERB αμετάβ
- θρηνώ για
- wehklagen über
II. θρην|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα> [θriˈnɔ] VERB μεταβ
- θρηνώ κάποιον
- beklagen, beweinen jdn
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.