στο λεξικό PONS
I. αφαιρ|ώ <-είς, -εσα, -έθηκα, -εμένος> [afɛˈrɔ] VERB μεταβ
1. αφαιρώ (απομακρύνω, βγάζω):
- αφαιρώ
- entfernen
- αφαίρεσαν όλα τα τοιχοκολλήματα
- man hat alle Anschläge entfernt
- αφαιρώ μια μελανιά
- einen Fleck entfernen
2. αφαιρώ (αποσπώ από σύνολο, παίρνω αυτό που ανήκει σ' άλλον):
- αφαιρώ
- wegnehmen
- αφαίρεσα δυο κεριά
- ich habe zwei Kerzen weggenommen
- του αφαίρεσαν τα εργαλία του
- man hat ihm seine Werkzeuge weggenommen
- αφαιρώ κάποιου την άδεια οδήγησης
- jdm den Führerschein entziehen
- αφαιρώ τη ζωή κάποιου
- jdm das Leben nehmen
3. αφαιρώ (βγάζω με ιατρική επέμβαση):
- αφαιρώ
- entfernen
- του αφαίρεσαν ένα νεφρό/τις αμυγδαλές
- man hat ihm eine Niere/die Mandeln entfernt
4. αφαιρώ (ρούχα):
- αφαιρώ
- abnehmen
5. αφαιρώ (κλέβω):
- αφαιρώ
- entwenden
- τους αφαίρεσαν 3.000 ευρώ από το ταμείο
- man hat ihnen 3.000 Euro aus der Kasse entwendet
6. αφαιρώ ΜΑΘ:
- αφαιρώ
- abziehen, subtrahieren
- αφαιρώ το 8 από το 20
- 8 von 20 abziehen/subtrahieren
- αφαιρώ 12% από κάτι
- von etw 12 % abziehen
II. αφαιρούμαι VERB αυτοπ ρήμα (χάνομαι σε σκέψεις)
- με συγχωρείς, είχα αφαιρεθεί
- entschuldige bitte, ich war in Gedanken versunken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αφαιρώ τη ζωή κάποιου
- jdm das Leben nehmen
- αφαιρώ 12% από κάτι
- von etw 12 % abziehen
- αφαιρώ μια μελανιά
- einen Fleck entfernen
- αφαιρώ κάποιου την άδεια οδήγησης
- jdm den Führerschein entziehen
- αφαιρώ το 8 από το 20
- 8 von 20 abziehen/subtrahieren