στο λεξικό PONS
εσύ [ɛˈsi] ΑΝΤΩΝ
- εσύ
- du
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μόνο εσύ
- nur du
- κι εσύ
- du auch/auch du
- καλά το κατάλαβες εσύ
- das hast du gut gemerkt/beobachtet
- εσύ κάτσε στην μπάντα (μην ανακατεύεσαι)
- bleib du mal da, wo du bist
- καλά, εσύ τι νομίζεις!
- was denkst du denn!