στο λεξικό PONS
διαποτί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ðiapɔˈtizɔ] VERB μεταβ
1. διαποτίζω (μουσκεύω):
- διαποτίζω
- durchnässen
2. διαποτίζω μτφ (με κάποιο συναίσθημα, με ιδέες):
- διαποτίζω
- erfüllen, durchdringen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.