στο λεξικό PONS
γενικ|ός <-ή, -ό> [jɛniˈkɔs] ΕΠΊΘ
- γενικός
- allgemein
- ο γενικός (διακόπτης)
- der Hauptschalter αρσ
- το γενικό (λύκειο)
- gymnasiale Oberstufe θηλ
Γενικός [jɛniˈkɔs] SUBST αρσ
1. Γενικός (διευθυντής):
- Γενικός
- Generaldirektor αρσ
2. Γενικός (γραμματέας):
- Γενικός
- Generalsekretär αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γενικός αντιπρόσωπος
- Generalvertreter αρσ
- γενικός οφειλέτης
- Gesamtschuldner αρσ
- γενικός προϋπολογισμός (κράτους)
- Gesamthaushaltsplan αρσ
- γενικός λογαριασμός ΟΙΚΟΝ (στο ΔΝΤ)
- Generalkonto ουδ
- γενικός διακόπτης
- Hauptschalter αρσ