στο λεξικό PONS
απλ|ός <-ή, -ό> [aˈplɔs] ΕΠΊΘ
- απλός
- einfach
- απλή επιστολή
- Standardbrief αρσ
- απλά πράγματα
- so einfach ist das
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απλός στρατιώτης
- einfacher Soldat αρσ
- απλός έρπητας
- Herpes αρσ simplex
- απλός τόκος
- einfacher Zins αρσ
- απλός/διπλός αγώνας (στο μπάντμιντον)
- Einzelspiel/Doppelspiel ουδ