στο λεξικό PONS
αποικία [apiˈcia] SUBST θηλ
- αποικία
- Kolonie θηλ
- βακτηριακή αποικία
- Bakterienkolonie θηλ
- κάτοικος mf αποικίας
- Siedler(in) αρσ (θηλ)
- κάτοικος mf αποικίας
- Kolonist(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποικία θηλ κοραλλίων
- Korallenkolonie θηλ
- βακτηριακή αποικία
- Bakterienkolonie θηλ