στο λεξικό PONS
σκοτειν|ός <-ή, -ό> [skɔtiˈnɔs] ΕΠΊΘ
1. σκοτεινός (άφεγγος, σκούρος):
- σκοτεινός
- dunkel
- στα σκοτεινά
- im Dunkeln
2. σκοτεινός μτφ (θλιβερός, δυστυχής):
- σκοτεινός
- finster, dunkel
- η σκοτεινή πλευρά τού …
- die finstere/dunkle Seite des …
3. σκοτεινός μτφ (μέλλον):
- σκοτεινός
- düster
4. σκοτεινός μτφ (ύποπτος, αδιαφανής):
- σκοτεινός
- obskur, düster
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκοτεινός θάλαμος
- Dunkelkammer θηλ