στο λεξικό PONS
παί|ζω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈpɛzɔ] VERB μεταβ/αμετάβ
1. παίζω (παιχνίδι, όργανο, ρόλο):
- παίζω
- spielen
- είναι έξω και παίζουν τους ινδιάνους
- sie sind draußen und spielen Indianer
- παίζω μπάλα/τάβλι
- Ball/Backgammon spielen
- θα παίξεις κι εσύ;
- spielst du mit?
- ποιος παίζει; (στα χαρτιά)
- wer ist dran?
- παίζω κάτι στα δάχτυλα
- etw in- und auswendig kennen
- παίζω με την ιδέα να …
- ich spiele mit dem Gedanken, zu …
- παίζεις με τη ζωή σου
- du spielst mit deinem Leben
- παίζει τη ζωή του
- er setzt sein Leben aufs Spiel
- τα παίζει όλα για όλα
- er/sie setzt alles aufs Spiel
- παίζω με ανοιχτά χαρτιά και μτφ
- mit offenen Karten spielen
- παίζω το τελευταίο μου ατού και μτφ
- seinen letzten Trumpf ausspielen
- δεν είναι παίξε γέλασε να …
- es ist kein Kinderspiel, zu …
- ποιο ρόλο παίζεις; ΘΈΑΤ
- welche Rolle spielst du?
- τι ρόλο παίζει αυτό; (τι σημασία έχει)
- was spielt das für eine Rolle?
- αυτό δεν παίζει ρόλο (δεν έχει σημασία)
- das spielt keine Rolle
- αυτό παίζει πρωτεύοντα/δευτερεύοντα ρόλο
- das spielt die Hauptrolle/eine Nebenrolle
2. παίζω (συσκευή, έργο):
- παίζω
- laufen
- γιατί παίζει το ραδιόφωνο;
- warum ist denn das Radio an?
- τι παίζει το Metropol;
- was läuft im Metropol?
3. παίζω (φράσεις):
- παίζω τα βλέφαρα
- blinzeln
- ο καιρός παίζει
- das Wetter ist unbeständig
- η βίδα παίζει στον τοίχο
- die Schraube wackelt in der Wand
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παίζω κωμωδία μτφ
- Theater spielen
- παίζω αρμόνιο
- Orgel spielen
- παίζω άρπα
- Harfe spielen
- παίζω βαθύχορδο
- Cello spielen
- παίζω βαρύαυλο
- Fagott spielen