στο λεξικό PONS
I. υψώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [iˈpsɔnɔ] VERB μεταβ
1. υψώνω (σηκώνω: χέρια, ποτήρι):
- υψώνω
- erheben
2. υψώνω (αυξάνω το ύψος: τοίχο):
- υψώνω
- erhöhen
3. υψώνω (θέτω σε υψηλότερο επίπεδο: τιμές):
- υψώνω
- anheben
4. υψώνω (σημαία):
- υψώνω
- hissen
II. υψώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. υψώνομαι (σηκώνομαι):
- υψώνομαι
- sich erheben
2. υψώνομαι (τιμές, βαθμός):
- υψώνομαι
- steigen, ansteigen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υψώνω λευκή σημαία
- die weiße Fahne hissen