στο λεξικό PONS
καλ|ός <-ή, -ό> [kaˈlɔs] ΕΠΊΘ
1. καλός (ωφέλιμος, καλής ποιότητας):
- καλός
- gut
- ο γιατρός είναι καλός
- der Arzt ist gut
- καλό κρασί
- guter Wein
- είναι καλός στα μαθηματικά
- er ist gut in Mathematik
- ο παλιός καλός καιρός
- die gute alte Zeit
- πάνε οι παλιές καλές μέρες
- die guten alten Tage sind vorbei
- είμαι στα καλά μου (στα λογικά μου)
- seine fünf Sinne beisammenhaben
- δεν είναι στα καλά του!
- er hat sie nicht alle beisammen!
- δεν είμαι στα καλά μου σήμερα (δεν αισθάνομαι καλά)
- ich fühle mich heute nicht so gut
- είμαι στις καλές μου
- gut gelaunt sein
- από καλή οικογένεια
- aus gutem Hause
- τα λέω σε κάποιον απ' την καλή
- jdm geradeheraus seine Meinung sagen
- τέλος καλό, όλα καλά παροιμ
- Ende gut, alles gut
- καλή τύχη
- Glück ουδ
- έχω καλή τύχη
- Glück haben
- καλή ανάρρωση!
- gute Besserung!
- καλή διασκέδαση!
- viel Spaß!
- καλό ταξίδι!
- gute Reise!
- καλά Χριστούγεννα!
- frohe Weihnachten!
- καλή χρονιά!
- frohes neues Jahr!
2. καλός (καλόκαρδος):
- καλός
- gutherzig, gütig
- έχει καλή καρδιά
- er hat ein gutes Herz
- ήταν πολύ καλό εκ μέρους σας
- das war sehr liebenswürdig von Ihnen
3. καλός (παιδί: φρόνιμος):
- καλός
- lieb
κάλος [ˈkalɔs] SUBST αρσ
- κάλος
- Hühnerauge ουδ
- πατώ κάποιον στον κάλο μτφ
- jdm auf die Hühneraugen treten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καλός Σαμαρείτης
- barmherziger Samariter αρσ
- ο παλιός (καλός) καιρός
- die gute alte Zeit
- ο γιατρός είναι καλός
- der Arzt ist gut
- είναι καλός στα μαθηματικά
- er ist gut in Mathematik
- ο παλιός καλός καιρός
- die gute alte Zeit