στο λεξικό PONS
μεταφορά [mɛtafɔˈra] SUBST θηλ
1. μεταφορά (γενικά: πραγμάτων, ανθρώπων):
- μεταφορά
- Beförderung θηλ
- μεταφορά δεμάτων
- Paketbeförderung θηλ
- μεταφορά επιβατών
- Fahrgastbeförderung θηλ
- μεταφορά ασθενών
- Krankentransport αρσ
- μεταφορά τεχνολογίας
- Technologietransfer αρσ
- δίκτυο ουδ μεταφορών
- Beförderungsnetz ουδ
2. μεταφορά ΕΜΠΌΡ:
- μεταφορά
- Transport αρσ
- μεταφορά εμπορευμάτων
- Gütertransport αρσ
- μεταφορά ζώων
- Tiertransport αρσ
- εναέριες μεταφορές
- Beförderung θηλ auf dem Luftweg
- επίγειες μεταφορές
- Beförderung θηλ zu Wasser und zu Lande
- μεταφορά μέσω θαλάσσης
- Seetransport αρσ
- οδική μεταφορά
- Straßentransport αρσ
- σιδηροδρομική μεταφορά
- Bahntransport αρσ
- έγγραφα ουδ πλ μεταφοράς
- Transportdokumente ουδ πλ
- είδος ουδ μεταφοράς
- Transportart θηλ
- έξοδα ουδ πλ μεταφοράς
- Transportkosten πλ
- τέλη ουδ πλ μεταφοράς
- Transportgebühr θηλ ενικ
3. μεταφορά (μετατόπιση):
- μεταφορά
- Verlagerung θηλ
- μεταφορά επιχείρησης
- Unternehmensverlagerung θηλ
- μεταφορά κεφαλαίων
- Kapitaltransfer αρσ
- μεταφορά συναλλάγματος
- Devisentransfer αρσ
- μεταφορά χρημάτων
- Geldtransfer αρσ
4. μεταφορά (μεταβίβαση):
- μεταφορά
- Übertragung θηλ
- μεταφορά αρμοδιότητας σε
- Kompetenzübertragung θηλ auf +αιτ
- μεταφορά εισοδήματος
- Einkommensübertragung θηλ
- μεταφορά σε άλλο λογαριασμό
- Umbuchung θηλ
5. μεταφορά (σχήμα λόγου):
- μεταφορά
- Metapher θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μεταφορά θηλ έδρας
- Sitzverlegung θηλ
- μεταφορά θηλ επιβατών
- Personenbeförderung θηλ
- μεταφορά επιβατών
- Fahrgastbeförderung θηλ
- οδική μεταφορά
- Straßentransport αρσ
- γονιδιακή μεταφορά
- Gentransfer αρσ