στο λεξικό PONS
I. παρ|ατάσσω <-άταξα [ή -έταξα], -ατάχτηκα, -αταγμένος> [paraˈtasɔ] VERB μεταβ
1. παρατάσσω (τοποθετώ):
- παρατάσσω
- aufstellen
2. παρατάσσω (στρατιώτες):
- παρατάσσω
- aufstellen lassen
II. παρατάσσομαι VERB αυτοπ ρήμα
- παρατάσσομαι
- sich aufstellen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.