στο λεξικό PONS
I. ζαλί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [zaˈlizɔ] VERB μεταβ
1. ζαλίζω:
- ζαλίζω
- schwindlig machen
- δεν μπορώ να κοιτάξω κάτω, με ζαλίζει
- ich kann nicht hinunterschauen, es macht mich schwindlig/mir wird dabei schwindlig
- σώπα, σε παρακαλώ, γιατί με ζάλισες
- sei doch bitte ruhig, du hast mich schon ganz schwindlig gemacht
- ζαλίζω τα αφτιά κάποιου
- jdm die Ohren vollreden
2. ζαλίζω (για αλκοολούχα):
- ζαλίζω
- benommen machen
II. ζαλίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- ζαλίζεται
- ihm wird schwindlig
- ζαλίστηκε
- ihm ist schwindlig (geworden)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ζαλίζω τα αφτιά κάποιου
- jdm die Ohren vollreden
- τρώω/ζαλίζω τ' αφτιά κάποιου
- jdm die Ohren vollreden