στο λεξικό PONS
αναλφάβητ|ος <-η, -ο> ΕΠΊΘ
- είμαι αναλφάβητος
- ein Analphabet sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι αναλφάβητος
- ein Analphabet sein
Αναζήτηση στο λεξικό
- ανάλογο
- ανάλογος
- αναλογώ
- αναλόγως
- αναλοίμωξη
- αναλφάβητος
- αναλώνω
- ανάλωση
- αναλώσιμα
- αναλώσιμος
- αναμαλλιάζω