στο λεξικό PONS
I. τριγυρί|ζω <-σα, -σμένος> [trijiˈrizɔ] VERB μεταβ
1. τριγυρίζω (περικυκλώνω):
- τριγυρίζω με
- umschließen mit
2. τριγυρίζω μτφ (κάποιο άτομο):
- τριγυρίζω κάποιον
- herumscharwenzeln um jdn
ιδιωτισμοί:
- τριγυρίζω ένα σπίτι
- um ein Haus herumstreichen
II. τριγυρί|ζω <-σα, -σμένος> [trijiˈrizɔ] VERB αμετάβ (κόβω βόλτες)
- τριγυρίζω
- herumlaufen, sich herumtreiben
- πού τριγυρίζει πάλι αυτός;
- wo treibt der sich wieder herum?
- τριγυρίζω άσκοπα στους δρόμους
- ziellos herumlaufen
- πού τριγύριζες όλη την ώρα;
- wo hast du dich die ganze Zeit herumgetrieben?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τριγυρίζω άσκοπα στους δρόμους
- ziellos herumlaufen
- τριγυρίζω ένα σπίτι
- um ein Haus herumstreichen