στο λεξικό PONS
I. φυσικ|ός <-ή, -ό> [fisiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. φυσικός (της φύσης):
- φυσικός
- natürlich, Natur-
2. φυσικός ΦΥΣ (της φυσικής):
- φυσικός
- physikalisch
- φυσικές ιδιότητες
- physikalische Eigenschaften θηλ πλ
- φυσική κατάσταση
- physikalischer Zustand αρσ
- φυσικές επιστήμες
- (exakte) Naturwissenschaften θηλ πλ
II. φυσικ|ός [fisiˈkɔs] SUBST mf
- φυσικός
- Physiker(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φυσικός νόμος
- Naturgesetz ουδ
- φυσικός λίθος
- Naturstein αρσ
- φυσικός αριθμός
- natürliche Zahl θηλ
- φυσικός λογάριθμος
- natürlicher Logarithmus αρσ
- φυσικός/τεχνητός μαγνήτης
- natürlicher/künstlicher Magnet αρσ