στο λεξικό PONS
I. επαληθ|εύω <-ευσα [ή -εψα], -εύτηκα, -ευμένος> [ɛpaliˈθɛvɔ] VERB μεταβ
- επαληθεύω
- verifizieren
II. επαληθ|εύω <-ευσα [ή -εψα], -εύτηκα, -ευμένος> [ɛpaliˈθɛvɔ] VERB αμετάβ
1. επαληθεύω (αποδείχνομαι σωστός):
- επαληθεύω
- sich als richtig erweisen
2. επαληθεύω (πραγματοποιούμαι: όνειρο):
- επαληθεύω
- sich verwirklichen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.