στο λεξικό PONS
I. πον|ώ <-άς, -εσα, -εμένος> [pɔˈnɔ] VERB μεταβ
1. πονώ (προκαλώ πόνο, και ψυχικό):
- πονώ
- wehtun
- τον πόνεσες
- du hast ihm wehgetan
- με πονάς!
- du tust mir weh!
- με πονάει το κεφάλι μου
- mein Kopf tut mir weh
- δεν πονάει
- das/es tut nicht weh
- με πονάει όταν τους βλέπω να …
- mir tut es weh, wenn ich sehe, wie sie …
2. πονώ (συμπονώ):
- πονώ κάποιον
- mit jdm mitfühlen
II. πον|ώ <-άς, -εσα, -εμένος> [pɔˈnɔ] VERB αμετάβ (αισθάνομαι πόνο)
- πονώ
- Schmerzen haben
- πού πονάς;
- wo tut es weh?, wo hast du Schmerzen?
πονώ VERB
- σε πόνεσα;
- habe ich dich verletzt?
πονώ VERB
- πονώ (wehtun)
- schmerzen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πονώ κάποιον
- mit jdm mitfühlen