στο λεξικό PONS
σπασμέν|ος <-η, -ο> [spazˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
1. σπασμένος (πιάτο, ξύλο κτλ):
- σπασμένος
- zerbrochen
- και ποιος θα πληρώσει τα σπασμένα; μτφ
- und wer wird das jetzt ausbaden?
2. σπασμένος (κόκκαλο, γερμανικά κτλ):
- σπασμένος
- gebrochen
- με σπασμένα γερμανικά
- in gebrochenem Deutsch
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.