στο λεξικό PONS
διάβολος [ˈðjavɔlɔs] SUBST αρσ
- διάβολος
- Teufel αρσ
- έχει το διάβολο μέσα του
- den Teufel im Leib haben
- είναι διαβόλου κάλτσα
- er hat es faustdick hinter den Ohren
- είναι διάβολος μεταμορφωμένος
- er ist ein Teufel in Menschengestalt
- σε κάτι βάζει ο διάβολος την ουρά του
- in etw steckt der Teufel
- ας πούμε ότι σπάει ο διάβολος το ποδάρι του και …
- nehmen wir mal an, alles kommt ganz anders und …
- βρίσκω το διάβολό μου
- sich δοτ den Teufel auf den Hals laden
- αν βγει στη φόρα θα βρεις το διάβολό σου
- wenn das rauskommt, bist du dran
- στέλνω κάποιον στο διάβολο
- jdn zum Teufel jagen
- γράφω κάποιον/έχω γραμμένο κάποιον στου διαβόλου το κατάστιχο
- sich um jdn nicht im geringsten scheren
- κάνω το συνήγορο/δικηγόρο του διαβόλου
- den Advocatus Diaboli spielen
- η επιχείρηση πάει κατά δια(β)όλου
- mit der Firma geht es bergab
- τραβάω το διάβολό μου να … οικ
- ich breche mir einen ab, um …
- ο διάβολος να σκάσει, εγώ θα πάω!
- egal, was passiert, ich geh da hin!
- αποφεύγω κάτι/κάποιον όπως ο διάβολος το λιβάνι
- etw/jdn wie die Pest meiden
- στου δια(β)όλου τη μάνα
- am Ende der Welt
- άι στο διά(β)ολο! χυδ
- verdammt noch mal!
- (που) να πάρει ο διά(β)ολος!
- verdammt!
- διά(β)ολε!
- verdammt noch mal!
- τι διά(β)ολο θες από μένα;
- was willst du eigentlich von mir?
- πού στο διά(β)ολο άφησα τα γυαλιά μου;
- wo zum Teufel hab ich denn meine Brille liegen lassen?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι διάβολος μεταμορφωμένος
- er ist ein Teufel in Menschengestalt
- (που) να πάρει ο διά(β)ολος!
- verdammt!
- ο διάβολος να σκάσει, εγώ θα πάω!
- egal, was passiert, ich geh da hin!
- αποφεύγω κάτι/κάποιον όπως ο διάβολος το λιβάνι
- etw/jdn wie die Pest meiden
- σε κάτι βάζει ο διάβολος την ουρά του
- in etw steckt der Teufel