στο λεξικό PONS
I. συ|στέλλω <-νέστειλα, -στάλθηκα, -νεσταλμένος> [siˈstɛlɔ] VERB μεταβ
- συστέλλω
- zusammenziehen
II. συ|στέλλω <-νέστειλα, -στάλθηκα, -νεσταλμένος> [siˈstɛlɔ] VERB αυτοπ ρήμα
1. συστέλλω (περιορίζω τον όγκο μου):
- συστέλλω
- sich zusammenziehen
2. συστέλλω μτφ (νιώθω ντροπή):
- συστέλλω
- sich genieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.