στο λεξικό PONS
άνθρωπος [ˈanθrɔpɔs] SUBST αρσ
- άνθρωπος
- Mensch αρσ
- μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι …
- manche Leute glauben, dass …
- ο άνθρωπός μου (άντρας)
- mein Partner αρσ
- ο άνθρωπός μου (γυναίκα)
- meine Partnerin θηλ
- αυτός είναι ο άνθρωπός μας! (έναν τέτοιον χρειαζόμαστε)
- das ist unser Mann!
- ένας απ' τους δικούς του ανθρώπους
- einer von seinen Leuten
- ρε άνθρωπε!
- Mensch!
- άνθρωπος είμαι (κι εγώ)! (έχω κι εγώ τα όριά μου)
- ich bin auch nur ein Mensch!
- δε θέλω να δω άνθρωπο εδώ!
- ich will hier niemanden sehen!
- για ντύσου λίγο σαν άνθρωπος!
- zieh dich mal vernünftig an!
- μίλα σαν άνθρωπος!
- rede vernünftig!
- γίνομαι άλλος άνθρωπος
- ein neuer Mensch werden
- άνθρωπος του κόσμου (με πείρα: γυναίκα)
- Frau θηλ von Welt
- άνθρωπος του κόσμου (άντρας)
- Mann αρσ von Welt
- άνθρωπος των γραμμάτων (επαγγελματικά)
- Literat αρσ
- άνθρωπος του Νεάντερταλ
- Neandertaler αρσ
- άνθρωπος των σπηλαίων
- Höhlenmensch αρσ
άνθρωπος-λάστιχο SUBST
- άνθρωπος-λάστιχο (ακροβάτης) αρσ ΤΈΧΝΗ
- Schlangenmensch αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απροσγείωτος άνθρωπος
- Träumer(in) αρσ (θηλ)
- αχαΐρευτος άνθρωπος
- Taugenichts αρσ
- ελεεινός άνθρωπος
- ein erbärmlicher Mensch αρσ
- ο τετράκις εκατομμυριοστός άνθρωπος
- der viermillionste Mensch
- άνθρωπος αρσ με επιρροή
- ein einflussreicher Mensch αρσ