στο λεξικό PONS
απροσεξία [aprɔsɛˈksia] SUBST θηλ
- απροσεξία
- Unaufmerksamkeit θηλ
- από απροσεξία
- aus Versehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- από απροσεξία
- aus Versehen
- τέτοια απροσεξία δε συγχωρείται
- so eine Unachtsamkeit ist nicht zu entschuldigen/ist unentschuldbar