στο λεξικό PONS
άσπρ|ος <-η, -ο> [ˈasprɔs] ΕΠΊΘ
- άσπρος
- weiß
- άσπρος σαν το πανί (από φόβο)
- leichenblass
- το έχουμε σε μπλε και σε άσπρο
- wir haben es in Blau und in Weiß
- ντυμένος στ' άσπρα
- in Weiß gekleidet, ganz in Weiß
- άσπρο ψωμί
- Weißbrot ουδ
- άσπρη μέρα
- glücklicher Tag αρσ
- η Άσπρη Θάλασσα
- die Ägäis θηλ
- η Άσπρη Θάλασσα
- das Ägäische Meer ουδ
άσπρος ΕΠΊΘ
- άσπρη μέρα (το χειμώνα)
- ein Tag mit Schnee
- άσπρη μέρα (χαρούμενη) μτφ
- ein Sonnentag
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άσπρος σαν το πανί
- ganz bleich
- άσπρος σαν το γάλα
- weiß wie Schnee