στο λεξικό PONS
I. σαστί|ζω <-σα, -σμένος> [sasˈtizɔ] VERB μεταβ
- σαστίζω
- aus der Fassung bringen
II. σαστί|ζω <-σα, -σμένος> [sasˈtizɔ] VERB αμετάβ
- σαστίζω
- aus der Fassung geraten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.