στο λεξικό PONS
χθες [xθɛs], χτες [xtɛs] ΕΠΊΡΡ
- χθες
- gestern
- χθες το πρωί/μεσημέρι/απόγευμα/βράδυ
- gestern Morgen/Mittag/Nachmittag/Abend
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- από χθες
- seit gestern
- ανταμωθήκαμε χθες
- wir haben uns gestern getroffen
- χθες το πρωί εξέπνευσε …
- gestern Morgen verschied …
- χθες έγινε (μεγάλος) καβγάς
- gestern gab es einen (großen) Streit
- χθες ακόμα εδώ ήταν
- gestern war er noch da