στο λεξικό PONS
πληρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [pliˈrɔnɔ] VERB μεταβ
1. πληρώνω (ποσό):
- πληρώνω
- zahlen, bezahlen
- πλήρωσε 600 ευρώ
- er/sie hat 600 Euro gezahlt
2. πληρώνω (κάποιο πράγμα, εργάτη):
- πληρώνω
- bezahlen
- δεν το πλήρωσα ακόμα
- ich habe es noch nicht bezahlt
- πόσο το πλήρωσες;
- wie viel hast du dafür bezahlt?
- το πλήρωσα 3.000
- ich habe dafür 3.000 bezahlt
3. πληρώνω μτφ:
- πλήρωσες ακριβά το λάθος σου
- dein Fehler ist dich teuer zu stehen gekommen/deinen Fehler hast du teuer bezahlt
- και ποιος θα πληρώσει τα σπασμένα;
- und wer wird die Sache/das alles ausbaden?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πληρώνω διατροφή
- Unterhalt/Alimente zahlen
- πληρώνω κάτι με έμβασμα
- etw per Überweisung zahlen
- πληρώνω τις αμαρτίες μου
- für seine Sünden bezahlen
- πληρώνω (σε) μετρητά/τοις μετρητοίς
- bar bezahlen
- πληρώνω κάτι (σε) μετρητά/τοις μετρητοίς
- etw in bar bezahlen