στο λεξικό PONS
αποσυνδέ|ω <-σα, -θηκα, -μένος> [apɔsinˈðɛɔ] VERB μεταβ
1. αποσυνδέω (αποχωρίζω):
- αποσυνδέω
- trennen
2. αποσυνδέω (ηλεκτρική συσκευή):
- αποσυνδέω
- vom Netz trennen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.