στο λεξικό PONS
συζήτησ|η <-εις> [siˈzitisi] SUBST θηλ
1. συζήτηση (με συγκεκριμένο θέμα):
- συζήτηση
- Diskussion θηλ
- έχω συζήτηση με κάποιον για κάτι
- mit jdm über etw αιτ diskutieren
- ανοίγω μια συζήτηση
- eine Diskussion beginnen/anfangen
- θέτω κάτι προς συζήτηση
- etw zur Diskussion stellen
- έρχομαι προς συζήτηση
- zur Diskussion kommen
- βρίσκομαι υπό συζήτηση
- diskutiert werden
- είμαι εκτός συζητήσεως
- nicht zur Diskussion stehen
- άσε τις συζητήσεις τώρα!
- keine Diskussionen jetzt!
- αυτό δε θέλει/χρειάζεται
- das braucht nicht lange diskutiert zu werden
- δε σηκώνει συζήτηση
- keine Widerrede dulden
- κοινοβουλευτική συζήτηση
- Parlamentsdebatte θηλ
2. συζήτηση (συνομιλία, διαπραγμάτευση):
- συζήτηση
- Gespräch ουδ
- συζητήσεις θηλ πλ για την ίδρυση ενός …
- Gespräche ουδ πλ über die Gründung eines …
3. συζήτηση (για να προκύψει λύση):
- συζήτηση
- Besprechung θηλ
- έχω συζήτηση με κάποιον για ένα ορισμένο πρόβλημα
- mit jdm eine Besprechung zu einem bestimmten Problem haben/mit jdm ein bestimmtes Problem besprechen
4. συζήτηση (κουβέντα):
- συζήτηση
- Unterhaltung θηλ
- πιάνω συζήτηση με κάποιον
- mit jdm eine Unterhaltung beginnen/anfangen
- έχω συζήτηση με κάποιον
- sich mit jdm unterhalten/mit jdm eine Unterhaltung haben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοινοβουλευτική συζήτηση
- Parlamentsdebatte θηλ
- διαλογική συζήτηση
- Dialog αρσ
- επαγγελματική συζήτηση (μεταξύ υπαλλήλων και προϊσταμένου)
- Dienstgespräch ουδ
- η συζήτηση περιστράφηκε στο …
- die Diskussion drehte sich um das …
- θέτω κάτι προς συζήτηση
- etw zur Diskussion stellen