στο λεξικό PONS
I. κλεί|νω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ˈklinɔ] VERB μεταβ
1. κλείνω (πόρτα, βιβλίο, μάτια κτλ):
- κλείνω
- schließen
- κλείνω
- zumachen
- κλείνω την πόρτα με μια κλοτσιά/σπρωξιά
- die Tür zutreten/zustoßen
- κλεισμένο από βουνά (γύρω-γύρω)
- von Bergen umschlossen
- κλείνω το τηλέφωνο
- auflegen
- δεν κλείνω μάτι (δε με παίρνει ο ύπνος)
- kein Auge zutun
- μου έκλεισε το μάτι (έκανε νόημα)
- er hat mir zugezwinkert
- έκλεισε τα 18
- er ist 18 (Jahre alt) geworden
- κλείσ' το!
- halt den Mund!
- κλείνω το τηλέφωνο
- auflegen
2. κλείνω (ένα άνοιγμα, φράζω):
- κλείνω
- verschließen
3. κλείνω (βάζω μέσα, βίαια):
- κλείνω
- einsperren
- τον έκλεισαν στο δωμάτιο
- man hat ihn im Zimmer eingesperrt
4. κλείνω (έχω μέσα μου):
- το μίσος που κλείνει μέσα του
- der Hass, den er in sich trägt
5. κλείνω (συζήτηση):
- κλείνω
- beenden
6. κλείνω (φως):
- κλείνω
- ausmachen
7. κλείνω (ράδιο):
- κλείνω
- abstellen
8. κλείνω (γκάζι):
- κλείνω
- zudrehen
9. κλείνω (εφημερίδα):
- κλείνω
- zusammenfalten
10. κλείνω (κουρτίνες):
- κλείνω
- zuziehen
11. κλείνω (δρόμο: για διαδήλωση κτλ):
- κλείνω
- sperren
12. κλείνω (είσοδο):
- κλείνω
- versperren
13. κλείνω (εργοστάσιο):
- κλείνω
- stilllegen
14. κλείνω (συμβόλαιο):
- κλείνω
- abschließen
15. κλείνω (συμφωνία):
- κλείνω μια συμφωνία
- eine Vereinbarung treffen
16. κλείνω (ραντεβού):
- κλείνω ραντεβού με κάποιον
- sich mit jdm verabreden
17. κλείνω (ειρήνη):
- κλείνω
- schließen
- έκλεισαν ειρήνη
- sie haben Frieden geschlossen
18. κλείνω (θέσεις, δωμάτιο σε ξενοδοχείο):
- κλείνω
- reservieren
II. κλεί|νω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ˈklinɔ] VERB αμετάβ
1. κλείνω (πόρτα, παράθυρο):
- κλείνω
- sich schließen, zugehen
- δεν κλείνει η πόρτα
- die Tür lässt sich nicht schließen, die Tür geht nicht zu
2. κλείνω (πληγή):
- κλείνω
- sich schließen, verheilen
3. κλείνω (βουλώνω):
- κλείνω
- verstopfen
- έκλεισε ο σωλήνας
- das Rohr ist verstopft
III. κλείνομαι VERB αυτοπ ρήμα (μέσα σε κάτι)
- κλείνομαι
- sich einschließen
- κλείνομαι στον εαυτό μου (από χαρακτήρα)
- verschlossen sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κλείνω ερμητικά
- hermetisch verschließen
- κλείνω ραντεβού με κάποιον
- sich mit jdm verabreden
- κλείνω ως γυναίκα (γερνώ)
- alt werden
- ανοίγω/κλείνω ένα λογαριασμό
- ein Konto eröffnen/auflösen
- κλείνω το τηλέφωνο
- auflegen