στο λεξικό PONS
ζηλιάρ|ης <-α, -ικο> [ziˈʎaris] ΕΠΊΘ
1. ζηλιάρης (φθονερός):
- ζηλιάρης
- neidisch
2. ζηλιάρης (ζηλότυπος):
- ζηλιάρης
- eifersüchtig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- ζευκτό
- ζεύξη
- Ζευς
- ζεύω
- ζέφυρος
- ζηλιάρης
- ζήλος
- ζηλοτυπία
- ζηλότυπος
- ζηλοφθονία
- ζηλοφθόνια