στο λεξικό PONS
Σάββατο [ˈsavatɔ] SUBST ουδ
- Σάββατο
- Samstag αρσ
- Σάββατο
- Sonnabend αρσ
- πότε; - το Σάββατο
- wann? - am Samstag
- κάθε Σάββατο πηγαίνω …
- samstags gehe ich immer …
- Μεγάλο Σάββατο
- Karsamstag αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- Μεγάλο Σάββατο
- Karsamstag αρσ
- πότε; - το Σάββατο
- wann? - am Samstag
- κάθε Σάββατο πηγαίνω …
- samstags gehe ich immer …
- το Σάββατο θα κατέβω/κατεβώ στην Αθήνα
- am Samstag fahre ich nach Athen
- είναι ολόκληρη ιστορία να το τελειώσουμε μέχρι το Σάββατο
- es ist eine Menge Arbeit, es bis Samstag fertig zu bringen