στο λεξικό PONS
αστρικ|ός <-ή, -ό> [astriˈkɔs] ΕΠΊΘ
- αστρικός
- Stern-, Sternen-
- αστρικό σύστημα
- Sternsystem ουδ
- αστρικό έτος
- Sternjahr ουδ
- αστρικός χρόνος
- Sternzeit θηλ
- αστρική σκόνη
- Sternenstaub αρσ
- αστρικό σμήνος
- Sternwolke θηλ
- αστρικό σύστημα
- Sternsystem ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αστρικός χρόνος
- Sternzeit θηλ