στο λεξικό PONS
πρότασ|η <-εις> [ˈprɔtasi] SUBST θηλ
1. πρόταση (υποβολή γνώμης, ιδέας):
- πρόταση
- Vorschlag αρσ
- κάνω μια πρόταση
- einen Vorschlag machen
- εναλλακτική πρόταση
- Alternativvorschlag αρσ
2. πρόταση (αίτηση):
- πρόταση
- Antrag αρσ
- πρόταση γάμου
- Heiratsantrag αρσ
- κάνω πρόταση γάμου σε κάποιον
- jdm einen Heiratsantrag machen
- πρόταση δυσπιστίας/μομφής ΠΟΛΙΤ
- Misstrauensantrag αρσ
3. πρόταση ΓΛΩΣΣ:
- πρόταση
- Satz αρσ
- αρνητική πρόταση
- Verneinungssatz αρσ
- κύρια πρόταση
- Hauptsatz αρσ
- δευτερεύουσα πρόταση
- Nebensatz αρσ
- ερωτηματική πρόταση
- Fragesatz αρσ
- πλάγια ερωτηματική πρόταση
- indirekter Fragesatz αρσ
4. πρόταση ΜΑΘ:
- πρόταση
- Aussage θηλ
πρόταση SUBST
- χρονική πρόταση θηλ ΓΛΩΣΣ
- Temporalsatz αρσ
πρόταση SUBST
- υποθετική πρόταση θηλ ΓΛΩΣΣ
- Konditionalsatz αρσ
- υποθετική πρόταση θηλ ΓΛΩΣΣ
- Bedingungssatz αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρόταση θηλ μομφής ΠΟΛΙΤ
- Misstrauensantrag αρσ
- πρόταση θηλ δυσπιστίας ΠΟΛΙΤ
- Misstrauensantrag αρσ
- πρόταση θηλ γάμου
- Heiratsantrag αρσ
- αιτιολογική πρόταση
- Kausalsatz αρσ
- πρόταση γάμου
- Heiratsantrag αρσ