στο λεξικό PONS
I. αποφασί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [apɔfaˈsizɔ] VERB μεταβ (κάτι)
- αποφασίζω
- beschließen
- τι αποφασίσατε;
- was habt ihr beschlossen?
- το αποφάσισα!
- ich habe mich entschlossen!
- ο γιατρός τον αποφάσισε
- der Arzt hat ihn aufgegeben
II. αποφασί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [apɔfaˈsizɔ] VERB αμετάβ
1. αποφασίζω (παίρνω κάποια απόφαση):
- αποφασίζω
- sich entschließen
- αποφασίσαμε να μείνουμε
- wir haben uns entschlossen zu bleiben
2. αποφασίζω (ανάμεσα σε περισσότερα πράγματα):
- αποφασίζω
- sich entscheiden
- αποφάσισες ποιο θα πάρεις;
- hast du dich entschieden, welches du nimmst?
- αποφάσισε να πάρει το μικρό
- er hat sich für das kleine entschieden
3. αποφασίζω ΝΟΜ:
- αποφασίζω
- ein Urteil fällen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.