στο λεξικό PONS
άμαξα [ˈamaksa] SUBST θηλ
1. άμαξα (ιππήλατο όχημα):
- άμαξα
- Kutsche θηλ
2. άμαξα (βαγόνι):
- άμαξα
- Waggon αρσ
- είμαι ο τελευταίος/πέμπτος τροχός της αμάξης/άμαξας
- das fünfte Rad am Wagen sein
- τα εξ αμάξης
- heftige Beschimpfungen θηλ πλ