στο λεξικό PONS
καθαρ|ός <-ή, -ό> [kaθaˈrɔs] ΕΠΊΘ
1. καθαρός (όχι λερωμένος):
- καθαρός
- sauber
- έχω το μέτωπο/κούτελο καθαρό
- ein reines Gewissen haben
- Καθαρή Δευτέρα
- Rosenmontag αρσ
2. καθαρός (διαυγής):
- καθαρός
- klar
3. καθαρός (σαφής):
- καθαρός
- deutlich
4. καθαρός (αγνός, ανόθευτος):
- καθαρός
- rein
- από καθαρή αδιαφορία
- aus reiner Gleichgültigkeit
5. καθαρός (για εισόδημα, βάρος):
- καθαρός
- Netto-
- καθαρό βάρος
- Nettogewicht ουδ
- καθαρό εισόδημα
- Nettoeinkommen ουδ
- καθαρή τιμή
- Nettopreis αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μικτός/καθαρός μισθός
- Bruttogehalt/Nettogehalt ουδ