στο λεξικό PONS
μικτός
μικτός βλ μικτός
μ(ε)ικτ|ός [mikˈtɔs], μ(ε)ιχτ|ός [mixˈtɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
1. μ(ε)ικτός:
- μ(ε)ικτός
- gemischt
2. μ(ε)ικτός (βάρος, κέρδος κτλ):
- μ(ε)ικτός
- brutto, Brutto-
- μικτό βάρος
- Bruttogewicht ουδ
- μικτό εισόδημα
- Bruttoeinkommen ουδ
- μικτές εισπράξεις
- Bruttoeinnahmen θηλ πλ
- μικτό κέρδος
- Bruttogewinn αρσ
- μικτό ποσό
- Bruttobetrag αρσ
μ(ε)ικτ|ός [mikˈtɔs], μ(ε)ιχτ|ός [mixˈtɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
1. μ(ε)ικτός:
- μ(ε)ικτός
- gemischt
2. μ(ε)ικτός (βάρος, κέρδος κτλ):
- μ(ε)ικτός
- brutto, Brutto-
- μικτό βάρος
- Bruttogewicht ουδ
- μικτό εισόδημα
- Bruttoeinkommen ουδ
- μικτές εισπράξεις
- Bruttoeinnahmen θηλ πλ
- μικτό κέρδος
- Bruttogewinn αρσ
- μικτό ποσό
- Bruttobetrag αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μικτός κρύσταλλος
- Mischkristall αρσ
- μικτός τζίρος
- Bruttoumsatz αρσ
- μικτός γάμος
- Mischehe θηλ
- μικτός αριθμός ΜΑΘ
- gemischte Zahl θηλ
- μικτός τόκος
- Bruttozins αρσ