στο λεξικό PONS
πολλαπλασιά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [pɔlaplasiˈazɔ] VERB μεταβ
1. πολλαπλασιάζω (γενικά):
- πολλαπλασιάζω
- vervielfachen
2. πολλαπλασιάζω ΜΑΘ:
- πολλαπλασιάζω
- multiplizieren
- πολλαπλασιάζω το 5 με 7
- 5 mit 7 multiplizieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πολλαπλασιάζω το 5 με 7
- 5 mit 7 multiplizieren