στο λεξικό PONS
παντρεμέν|ος <-η, -ο> [pandrɛˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- παντρεμένος
- verheiratet
παντρεμένος ΕΠΊΘ
- παντρεμένος
- verheiratet
- Είσαι παντρεμένος;
- Bist du verheiratet?
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.